Επτανησιακό θέατρο
Χρησιμοποιώντας ένα συγκεκριμένο θεατρικό πρότυπο, αλλά και με αφορμή το δεδομένο των ενετοτουρκικών πολέμων μαζί με το μήνυμα για ενότητα και θυσία ενάντια στον εχθρό, επιχείρησε παράλληλα την έκφραση των δικών του, προοδευτικών, θέσεων για την εποχή. Μπορούμε, επίσης, να διαπιστώσουμε την επίδρασή τους από την ενετική κατοχή των συγκεκριμένων περιοχών και το καλλιτεχνικό πνεύμα που επικρατούσε την συγκεκριμένη εποχή στη Δύση.Στην επτανησιακή δραματουργία του 17ου και του 18ου αι. Με τον όρο επτανησιακό θέατρο εννοείται η θεατρική παραγωγή των Επτανήσων από τον 16ο έως τις αρχές περίπου του 20ου αιώνα.
Ο Πέτρος Κατσαΐτης, σημαντικός αντιπρόσωπος τους επτανησιακού θεάτρου κατά τον 18ο αιώνα, για τον οποίο διαθέτουμε σχετικές μαρτυρίες, όπως και άλλοι θεατρικοί συγγραφείς, χρησιμοποίησε την commedia dell’ arte, την κλασικίζουσα τραγωδία, την ιταλική κουλτούρα, μαζί με άλλες θεατρικές νόρμες και δημιούργησε μια συνέχεια σε τούτη την ιδιαίτερη μορφή του νεοελληνικού θεάτρου. Τούτο επιτελέστηκε και ως φυσική μετάβαση, καθώς τα Επτάνησα ήταν επίσης ενετοκρατούμενη περιοχή.
Ως κληρονόμοι τούτης της πολιτιστικής-θεατρικής κληρονομιάς στο Ιόνιο, οι θεατρικοί συγγραφείς των Επτανήσων αντέγραψαν αρχικά όλα τα χειρόγραφα των δραματουργικών έργων και διοργάνωναν ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις. Διατήρησε, παράλληλα με τη θεατρική του προσπάθεια, ζωντανή την καλλιτεχνική παραγωγή στα Επτάνησα, σε μια ιδιαίτερα δύσκολη εποχή για την ελληνική πραγματικότητα. Πέραν της ουμανιστικής θεατρικής παράδοσης στο επτανησιακό θέατρο του 18ου αιώνα είναι έκδηλη η παρουσία ενός διαφοροποιημένου λαϊκού θεάτρου στο οποίο φαίνεται να ανήκουν ανήκουν οι κωμικές σκηνές που παρουσιάζονται στο Ιφιγένεια επίσης στο Κωμωδία των ψευτογιατρών του Σαβόγια Ρούσμελη. Στον 19ο αιώνα το επτανησιακό θέατρο, ειδικότερα μετά το 1880, παρήγαγε ερασιτεχνικά κινήματα θεατρικών παραστάσεων που υπερέβαιναν τα τότε σύνορα του ελληνικού κράτους στις αποκαλούμενες «αλύτρωτες περιοχές». .
Κατ’ αυτόν τον τρόπο εξασφαλίστηκε η συνέχεια της θεατρικής παραγωγής στην ελληνόφωνη μεσόγειο. Αν και θεωρητικά υπήρχε εκ των προτέρων θεατρική δραστηριότητα στο Ιόνιο, ωστόσο οι μαρτυρίες δεν τέτοιες που θα βοηθούσαν προς την κατεύθυνση μιας αναλυτικής παρουσίασης της παραγωγής στη συγκεκριμένη εποχή. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες ιστορικές πηγές μετά την κατάληψη του Χάνδακα από τους Τούρκους το 1669, όλη η καλλιτεχνική δημιουργία του κρητικού θεάτρου μεταφέρθηκε μέσω της μετακίνησης των Κρητών προσφύγων στα Επτάνησα.
απαντώνται πρωτότυπα έργα, αλλά και αρκετές μεταφράσεις. Ως ενδείξεις θεατρικής δραστηριότητας στα Επτάνησα κατά τον 16ο αιώνα θα μπορούσαν να αναφερθούν η απαγγελία κωμωδιών από τον Ανδρέα Μολίνο στο πρώτο τέταρτο του 16ου αιώνα. Η προαναφερθείσα Ευγένα του Μοντσελέζε, ο πρόλογος άγνωστης κωμωδίας Εις έπαινον της περιφήμου νήσου Κεφαλληνίας περί το 1650 και η «κρητοεπτανησιακή» τραγωδία Ζήνων, την οποία ο Πούχνερ συνδέει με το ιησουιτικό θέατρο που εξαπλώθηκε στο Αρχιπέλαγος κατά τον 17ο και 18ο αιώνα διαμορφώνουν τον κύκλο των μαρτυριών που διαθέτουμε για τη θεατρική παραγωγή των Επτανήσων στη συγκεκριμένη εποχή. H επτανησιακή δραματουργία φέρει έντονα τα σημάδια της ιταλικής Αναγέννησης. Από την άλλη, η ελληνική ευρηματικότητα, το στοιχείο της πολιτιστικής κληρονομιάς και η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, αποτέλεσαν το υπόλοιπο κομμάτι της νεοελληνικής θεατρικής δημιουργίας.