Εθνικό Θέατρο

Ο Βάρβογλης, ο Αντίοχος Ευαγγελάτος, ο Σκαλκώτας, ο Σκουλούδης στη μουσική, ο Κλώνης, ο Κόντογλου, ο Φωκάς στα εικαστικά, ο Γρυπάρης, ο Ρώτας, ο Καρθαίος στη μετάφραση.» (τα Νέα, 21/10/99) Η συνολική αυτή προσπάθεια καθώς και η λειτουργία της δραματικής σχολής αποτέλεσαν γερές βάσεις για την ανάπτυξη της θεατρικής τέχνης. Υπό την εποπτεία του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου λειτουργεί η Δραματική Σχολή του, που στεγάζεται στην οδό Πειραιώς. Το Εθνικό Θέατρο άρχισε να κτίζεται ως Βασιλικό θέατρο το 1891 χάρη σε δωρεά ύψους 10.000 αγγλικών λιρών που πρόσφερε ο ομογενής Ευστράτιος Ράλλης στον Βασιλέα Γεώργιο Α προκειμένου να τα διαθέσει εκείνος όπου νόμιζε καλλίτερα.

Το 1979-1982 κτίστηκε το τριώροφο υπόγειο στο πίσω οικόπεδο, το οποίο όμως παρέμεινε ημιτελές μέχρι τις μέρες μας. Σήμερα το κτίριο είναι διατηρητέο (σύμφωνα με την Υπουργική Απόφαση 21980/250/27-2-52,ΦΕΚ 54/τ.β /5-3-52) και τελεί υπό πλήρη ανακαίνιση. Ως Εθνικό Θέατρο επανιδρύθηκε με νόμο του τότε Υπουργού Παιδείας, Γεωργίου Παπανδρέου στις 3 Μαΐου του 1930.

Τα εγκαίνια έγιναν με την παράσταση Αγαμέμνων του Αισχύλου και Ο Θείος Όνειρος του Ξενόπουλου στις 19 Μαρτίου. Και τον ακολούθησε σχεδόν σύσσωμο το θέατρο των ταλαντούχων.

Βεάκης, Αλκαίου, Νέζερ, Μαμίας, Μινωτής, Παξινού, Παπαδάκη, Κατερίνα, Ροζάν, Κατράκης, Μανωλίδου κ.ά. Το Εθνικό Θέατρο είναι Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου (Ν 2273/94) -οργανισμός μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα- με σκοπό την προαγωγή, μέσω της θεατρικής τέχνης, της πνευματικής καλλιέργειας του λαού και της διαφύλαξης της εθνικής πολιτιστικής ταυτότητας του. Σύμφωνα με το καταστατικό του στους σκοπούς του περιλαμβάνονται κυρίως: Το Εθνικό Θέατρο περιλαμβάνει την κεντρική σκηνή -που ανεβάζει έργα κυρίως κλασικού ρεπερτορίου- τη Νέα σκηνή και την Πειραματική Σκηνή.

Ανάμεσα στους ηθόποιους που συγκαταλέγονταν στον πρώτο πυρήνα του Εθνικού Θεάτρου συναντάμε τους σημαντικότερους ηθοποιούς της εποχής και μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του θεάτρου μας. Το 1934, μετά τον θάνατο του Φώτου Πολίτη, τη θέση του ανέλαβε ο Δημήτρης Ροντήρης, ο σκηνοθέτης που ίσως περισσότερο από όλους τους άλλους θα συνδέσει το όνομα του με το Εθνικό Θεάτρο, υπηρετώντας το μέχρι τον θάνατό του (1981). Το 1939, ιδρύθηκε η Εθνική Λυρική Σκηνή ως τμήμα του Εθνικού Θεάτρου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η δραματική σχολή του Εθνικού έχει τροφοδοτήσει αλλά και τροφοδοτεί ακόμα τα θέατρα με μερικούς από τους αξιώτερους έλληνες ηθοποιούς. Το Εθνικό έχει συμβάλλει σημαντικά και στην αναβίωση του αρχαίου δράματος ζωντανεύοντας -υπό την καθοδήγηση του Ροντήρη- τα αρχαία θέατρα του Ηρωδείου και της Επιδαύρου και υπογραμμίζοντας την ανάγκη δημιουργίας ενός θεατρικού Φεστιβάλ αφιερωμένου στο αρχαίο δράμα.

Όπως αναφέρει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος ο ισόβιος τοτε σκηνοθέτης του, Φώτος Πολίτης «κατόρθωσε να πείσει τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της σκηνής να έρθουν να βοηθήσουν στην πνευματική προσπάθεια αναγέννησης, που αποτελούσε το καταστατικό αίτημα της ίδρυσης του θεσμού. Τα έργα, που προβλέπεται να ολοκληρωθούν στα τέλη του 2007, περιλαμβάνουν ανάπλαση ολόκληρου του οικοδομικού τετραγώνου, του διάκοσμου, ένα νέο κτίριο, αναβάθμισμη του εξοπλισμού της σκηνής, βελτιωμένη αίθουσα (πλατεία και εξώστες), καινούργιο θέατρο 260-300 θέσεων για τη Νέα Σκηνή και διαρρύθμιση που θα ενοποιεί και τα τέσσερα κτίρια. Το θέατρο ιδρύθηκε για πρώτη φορά το 1900 ως επίσημο Βασιλικό Θέατρο για να κλείσει όμως σε σύντομο χρονικό διάστημα (1908) και να δωθεί σε κοινή χρήση μέχρι το 1932.

Το 1960-63 κατεδαφίστηκε το ξενοδοχείο «Μεσσήνη» στη γωνία της οδού Μενάνδρου και κτίστηκε η Νέα Πτέρυγα (της Νέας Σκηνής). Λόγω συνεχιζομένων εργασιών όμως στο κτίριο του Εθνικού Θεάτρου επί της Αγίου Κωνσταντίνου αλλά και της υφιστάμενης στενότητας χώρου οι παραστάσεις λαμβάνουν χώρα αντίστοιχα στα θέατρα Κάππα, Χώρα και από Μηχανής θέατρο. Από το 1991 λειτουργεί επίσης η σκηνή Κοτοπούλη στο Θέατρο Κοτοπούλη-Ρεξ και από το 1995 το παιδικό στέκι (σκηνή Κατίνα Παξινού). Το Εθνικό Θέατρο διοικείται από Επταμελές Διοικητικό Συμβούλιο και από τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή του.

Πράγματι το 1955 το Εθνικό καθιέρωσε το φεστιβάλ Επιδαύρου με τις παραστάσεις Εκάβη , Οιδίπους Τύραννος και Ιππόλυτος . Τέλος αποτελεί ένα ζωντανό θεατρικό μουσείο με βιβλιοθήκη, εξαιρετικά πλούσιο φωτογραφικό αρχείο, ηχογραφήσεις, μακέτες, σκηνογραφικά σχέδια και τεράστιο βεστιάριο (20.000 κοστούμια). Τα τελευταία χρόνια οι παραστάσεις του Εθνικού θεάτρου με καλλιτεχνικό διευθυντή το Νίκο Κούρκουλο έκαναν μερικές από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές και καλλιτεχνικές επιτυχίες τόσο στην κεντρική όσο και στις μικρότερες νέα και πειραματική σκηνή. . Έτσι με απόφαση του βασιλέα Γεωργίου Α΄ τελικά επιλέχθηκε μετά από πολύμηνη αναζήτηση οικοπέδου, αρχικά πλησίον της σημερινής πλατείας Κλαυθμώνος, σε οικόπεδο του αυλικού Νικολάου Θων επί της οδού Αγίου Κωνσταντίνου, που για την ολοκλήρωσή του όμως συνεισέφεραν επίσης οι Κοριαλένης και Ευγενίδης καθώς φυσικά και το Δημόσιο Ταμείο. Ο γερμανός αρχιτέκτονας του κτιρίου Ερνστ Τσίλλερ, εμπνεόμενος από τον αναγεννησιακό ρυθμό, σχεδίασε την πρόσοψη έχοντας ως πρότυπο τη βιβλιοθήκη του Αδριανού.

Το 1956 αναγνωρίστηκε η ανάγκη προώθησης του νεοελληνικού ρεπερτορίου με την ίδρυση της Δεύτερης Σκηνής και το 1996 ιδρύθηκε η Πειραματική σκηνή, ο Άδειος Χώρος και το Εργαστήριο Ηθοποιών. Το ελληνικό θέατρο αντιμετωπίστηκε από την πολιτεία σοβαρά και συστηματικά για πρώτη φορά το 1932 με την επίσημη ιδρύση του Εθνικού Θεάτρου και τη στελέχωσή του με τις σημαντικότερες πνευματικές μορφές του τόπου. Το κεντρικό της τμήμα είναι εξαιρετικά πλούσιο σε διακοσμητικά στοιχεία, με κιονοστοιχία κορινθιακού ρυθμού ενώ τα δύο πλευρικά τμήματα αποτελούν μία τυπική νεοκλασική σύνθεση.

Οι αρχικές εσωτερικές εγκαταστάσεις σκηνής, φωτισμού και θέρμανσης ήταν οι πιο προηγμένες εκείνης της εποχής, σχεδιασμένες από Βιεννέζους μηχανικούς και κατασκευασμένες σε εργοστάσια του Πειραιά. Το κτίριο ανακαινίστηκε για πρώτη φορά το 1930-31, υπό την εποπτεία του σκηνογράφου Κλεόβουλου Κλώνη. Μόνιμοι συνεργάτες του θεάτρου ορίστηκαν οι: Φώτος Πολίτης (σκηνοθέτης), Κλεόβουλος Κλώνης (σκηνικά), Αντώνης Φωκάς (κοστούμια) ενώ γενικός διευθυντής ο Ιωάννης Γρυπάρης.

 
?>